εποστρακισμός

ο (Α ἐποστρακισμός) [εποστρακίζω]
νεοελλ.
η μεταβολή διευθύνσεως βλήματος κατά την πρόσκρουσή του σε μια επιφάνεια
αρχ.
το πέταγμα στη θάλασσα όστρακου ή βότσαλου έτσι ώστε να αναπηδά με την πρόσκρουση.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐποστρακισμός — send potsherds skimming over the water masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Steinehüpfen — Ein mehrfach von der Wasseroberfläche abprallender Stein. Das Steinehüpfen, umgangssprachlich auch Ditschen, Steinschnellen, Pfitscheln, Steineflitschen, Flippen, Klippen, Platteln, Schiefern oder im österreichischen auch flacherln genannt, ist… …   Deutsch Wikipedia

  • εποστράκισμα — το [εποστρακίζω] εποστρακισμός …   Dictionary of Greek

  • πετάλια — τα, Ν [πέταλο] το παιχνίδι εποστρακισμός, τα «πιατάκια» με πλατιές θαλασσινές πέτρες στην επιφάνεια τού νερού …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.